Μέρος του λόγου: ρήμα
Φωνητική μεταγραφή: /pɾonunˈθjaɾ/
Χρήση στα Ισπανικά: Η λέξη "pronunciar" σημαίνει "να προφέρω" στα Ισπανικά και χρησιμοποιείται τόσο στον προφορικό όσο και στον γραπτό λόγο.
Παραδειγματικές προτάσεις: 1. Ella pronuncia muy bien las palabras. (Αυτή προφέρει πολύ καλά τις λέξεις.) 2. Necesitas pronunciar más claramente para que te entiendan mejor. (Χρειάζεται να προφέρεις πιο καθαρά για να σε καταλαβαίνουν καλύτερα.)
Ιδιωματικές εκφράσεις: 1. Pronunciar a favor: να εκφράζω υπέρ 2. Pronunciar en contra: να εκφράζω κατά
Ετυμολογία: Η λέξη "pronunciar" προέρχεται από το λατινικό ρήμα "pronuntiare", που σημαίνει "να ανακοινώνω".
Συνώνυμα: articular, decir, expresar
Αντώνυμα: callar, silenciar